συναφίστημι


συναφίστημι
вместе с собой побуждаю к отпадению

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "συναφίστημι" в других словарях:

  • συναφίστημι — ΜΑ, και συναφιστάνω Μ, και ιων. τ. συναπίστημι και παθ. τ. συναπίσταμαι και αττ. τ. ξυναφίστημι Α παθ. συναφίσταμαι επαναστατώ μαζί ή ταυτόχρονα με άλλον μσν. αποχωρώ, αποσύρομαι αρχ. 1. γίνομαι αίτιος τής αποστασίας κάποιου 2. κινώ σε επανάσταση …   Dictionary of Greek

  • ξυναπέστη — συναφίστημι draw into revolt together plup ind act 1st sg (ionic) συναφίστημι draw into revolt together aor ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ξυναπέστησαν — συναφίστημι draw into revolt together aor ind act 3rd pl συναφίστημι draw into revolt together aor ind act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ξυναφεστῶτα — συναφίστημι draw into revolt together perf part act neut nom/voc/acc pl συναφίστημι draw into revolt together perf part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συναποστησάντων — συναφίστημι draw into revolt together aor part act masc/neut gen pl συναφίστημι draw into revolt together aor imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συναποστᾶσαι — συναφίστημι draw into revolt together aor part act fem nom/voc pl συναφίστημι draw into revolt together aor inf act (doric) συναποστάζω let drop along with fut part act fem nom/voc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συναποστᾶσαν — συναφίστημι draw into revolt together aor part act fem acc sg συναφίστημι draw into revolt together aor part act neut nom/voc/acc sg (doric) συναποστάζω let drop along with fut part act fem acc sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συναποστάντων — συναφίστημι draw into revolt together aor part act masc/neut gen pl συναφίστημι draw into revolt together aor imperat act 3rd pl συναποστά̱ντων , συναποστάζω let drop along with fut part act masc/neut gen pl (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συναποστῇ — συναφίστημι draw into revolt together aor subj mid 2nd sg συναφίστημι draw into revolt together aor subj act 3rd sg συναποστάζω let drop along with fut ind mid 2nd sg (doric) συναποστάζω let drop along with fut ind act 3rd sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συναποστήσαντα — συναφίστημι draw into revolt together aor part act neut nom/voc/acc pl συναφίστημι draw into revolt together aor part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συναποστήσεται — συναφίστημι draw into revolt together aor subj mid 3rd sg (epic) συναφίστημι draw into revolt together fut ind mid 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)